Ζωρζέτ Ζολώτα
zzol@naftemporiki.gr

Συγκεχυμένα και πολλαπλά μηνύματα καλούνται να αφομοιώσουν οι επενδυτές σε ένα μεταβαλλόμενο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον που θα εξακολουθεί να κυριαρχείται από την αβεβαιότητα της πανδημίας του Covid-19. Οι απώλειες των χρηματιστηρίων κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας αντανακλούν την αφύπνιση των παικτών στην σκληρή πραγματικότητα. Η επιβολή νέων περιοριστικών μέτρων από τις κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας για την αναχαίτιση του  δεύτερου κύματος της πανδημίας υπενθύμισαν πως η οικονομική ανάκαμψη παραμένει ευάλωτη. Οι προσδοκίες για το εμβόλιο του Covid-19 επισκιάστηκαν μετά την ανακοίνωση των Johnson & Johnson και AstraZeneca πως αναβάλουν  τις  κλινικές μελέτες τους.

Υπήρξαν, όμως, και άλλοι παράγοντες που επιβαρύναν το επενδυτικό κλίμα και οι οποίοι εξακολουθούν να υφίστανται.  Η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα για το Brexit, η αγωνιώδης διαμάχη για το μέγεθος του επόμενου πακέτου για τη στήριξη της αμερικανικής οικονομίας και η ανασφάλεια για την έκβαση των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ περιπλέκουν τις συνθήκες σε ένα ήδη δυσμενές περιβάλλον. Όλες αυτές οι παράμετροι οδήγησαν την περασμένη εβδομάδα τους χρηματιστηριακούς δείκτες Europe Stoxx 600, Dax, FTSE-100 και S&P 500 σε απώλειες 0,93%, 1,35%, 1,48% και 0,49%, αντίστοιχα. Η μεταβλητότητα πιθανώς να είναι έντονη όσο οδεύουμε στα τέλη του έτους. «Μεγεθύνονται κίνδυνοι για το δ’ τρίμηνο», δήλωσε στους Financial Times ο Χιού Γκίμπερ, στρατηγικός επενδυτής στην JPMorgan Asset Management, τονίζοντας πως η πτώση των αγορών την περασμένη εβδομάδα καθρεπτίζει την πεποίθηση πως παρήλθε η εύκολη φάση της ανάκαμψης.

ΔΝΤ: γυρίζει σελίδα σε μια γενναιόδωρη δημοσιονομική πολιτική

Σήμερα οι μακροοικονομικές εξελίξεις είναι αλληλένδετες με την πορεία των αγορών. Και οι μεγάλες προκλήσεις αυτής της πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης στις οικονομίες επιβεβαιώθηκαν την περασμένη εβδομάδα από τα μηνύματα που έστειλε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μαζί με την Παγκόσμια Τράπεζα στο πλαίσιο της φθινοπωρινής συνόδου που πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά. Η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, επικεφαλής του ΔΝΤ, και η Κάρμεν Ράινχαρτ, επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, κατέβασαν ουσιαστικά την αυλαία στην εποχή της δημοσιονομικής λιτότητας και παρότρυναν τις κυβερνήσεις να δανειστούν για να υλοποιήσουν δημόσιες επενδύσεις. Και οι δυο διεθνείς οργανισμοί εγκατέλειψαν, ουσιαστικά, τη φιλοσοφία δεκαετιών για δημοσιονομική εγκράτεια που δεν είχαν μεταβάλει ούτε στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η κ. Ράινχαρτ έθεσε το εξής ρητορικό ερώτημα: «Τι θα κάνεις όσο η ασθένεια αυτή βρίσκεται σε έξαρση;» «Πρώτα ανησυχείς για το πώς θα κερδίσεις έναν πόλεμο και μετά πώς θα τον πληρώσεις» πρόσθεσε η ίδια.  

Σενάριο διπλής νίκης των Δημοκρατικών

Μια άβολη αλήθεια είναι πως η αβεβαιότητα για την πανδημία του Covid-19 θα συνεχίσει να επηρεάζει την οικονομία και τις αγορές με πολλαπλούς τρόπους. Οι διαχειριστές κεφαλαίων στις ΗΠΑ ήδη επανατοποθετούν τα χαρτοφυλάκια τους στο σενάριο μιας διπλής νίκης των Δημοκρατικών στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, καταλαμβάνοντας την πλειοψηφία των εδρών στο Κογκρέσο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Σε μια τέτοια περίπτωση αναμένεται να διοχετευθεί ένα γενναιόδωρο πακέτο στήριξης που θα εστιάζεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Στο προσκήνιο θα έρθει, επίσης, η αυστηρότερη εποπτεία των τεχνολογικών κολοσσών που έχει ήδη συζητηθεί από την υπάρχουσα Βουλή των Αντιπροσώπων όπου επικρατούν οι Δημοκρατικοί. «Έχουμε στρέψει την προσοχή μας σε τομείς που επωφεληθούν από μια καθαρή νίκη των Δημοκρατικών», σχολίασε στους Financial Times ο Πωλ Ο΄Κόνορ, υψηλό στέλεχος στην επενδυτική εταιρεία Janus Hendeson. Αυτό σημαίνει νέες τοποθετήσεις σε  διαπραγματεύσιμα αμοιβαία του δείκτη Russell 2000 που απαρτίζεται από μικρομεσαίες εταιρείες των ΗΠΑ.

Ορισμένες επενδυτικές εταιρείες μειώνουν την έκθεσή τους στους τεχνολογικούς κολοσσούς μετά τα κέρδη που έχουν αποκομίσει από το ράλι των προηγούμενων μηνών. Σύμφωνα με υπολογισμούς που έκανε η Goldman Sachs στις αρχές Οκτωβρίου, οι Apple, Microsoft, Amazon, Alphabet και Facebook αντιπροσωπεύουν το 25% των κερδών του χρηματιστηριακού δείκτη S&P 500. «Η ουσία είναι να μην έχεις όλα τα αυγά σε ένα καλάθι», σχολιάζει η Λόρα Κέιν, στέλεχος στην UBS Global Wealth Management, στο πρακτορείο Reuters. Η ελβετική τράπεζα αυξάνει την έκθεσή της σε κλάδους που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην οικονομική ανάκαμψη, όπως είναι οι εταιρείες ημιαγωγών.  Η Societe Generale τάσσεται υπέρ μιας αύξησης της έκθεσης σε μετοχές των ευρωπαϊκών και των ασιατικών χρηματιστηρίων αντί των πέντε τεχνολογικών κολοσσών.

Αναλυτές θεωρούν πως, σε κάθε περίπτωση, οι κυβερνήσεις θα αποφύγουν την αύξηση των φόρων καθώς το ιστορικά χαμηλό κόστος δανεισμού ειδικά για τις οικονομίες του ανεπτυγμένου κόσμου δημιουργεί περιθώρια για μια υποστηρικτική δημοσιονομική πολιτική στο μεσοπρόθεσμο μέλλον. Οπότε θα δοθεί μια ανάσα στην κατανάλωση όσο θα βαδίζει η οικονομική ανάκαμψη έστω και σε βραδείς ρυθμούς μέχρι να βρεθεί το εμβόλιο που θα καταπολεμήσει τον Covid-19 και θα επιτρέψει την επιστροφή όλων στην ομαλότητα.





Source link

Θώμη Κόρσου

Έχω έφεση στους άνδρες με υψηλή τεστοστερόνη και με εξιτάρει ότι είναι αντρικό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *